επιπόλαση

η (Α ἐπιπόλασις) [επιπολάζω]
η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού επιπολάζω, η θέση τού αντικειμένου που παραμένει στην επιφάνεια ενός υγρού, η παραμονή στην επιφάνεια.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπιπολάσῃ — ἐπιπολάσηι , ἐπιπόλασις fem dat sg (epic) ἐπιπολάζω aor subj mid 2nd sg ἐπιπολάζω aor subj act 3rd sg ἐπιπολάζω fut ind mid 2nd sg ἐπιπολάζω aor subj mid 2nd sg ἐπιπολάζω aor subj act 3rd sg ἐπιπολάζω fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επίπλευση — Μέθοδος αποχωρισμού των ορυκτών από τις προσμείξεις που τα συνοδεύουν. Η τεχνική αυτή βασίζεται στη διαφορά διαβροχής μεταξύ της επιφάνειας των ορυκτών και των προσμείξεων, ενώ εκμεταλλεύεται τη δυνατότητα του υλικού που δεν έχει διαβρεχτεί να… …   Dictionary of Greek

  • επιπολασμός — ἐπιπολασμός, ὁ (AM) [επιπολάζω] επίπλευση*, επιπόλαση, παραμονή στη επιφάνεια αρχ. 1. τάση για ναυτία, αναγούλα 2. μτφ. προπέτεια, αλαζονεία …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.